επιπτύσσω

ἐπιπτύσσω (Α) [πτύσσω]
1. διπλώνω («ἐπιπτύξας τὸ γραμματεῑον», Λουκιαν.)
2. κάνω πτυχές, σούρες
3. μέσ. ἐπιπτύσσομαι
διπλώνομαι και καλύπτομαι, κλείνομαι κάπου («τὴν ἐπιγλωττίδα... ἐπιπτύσσεσθαι δυναμένην ἐπὶ τὸ τῆς ἀρτηρίας τρῆμα», Αριστοτ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιπτυσσόμενον — ἐπιπτύσσω fold up pres part mp masc acc sg ἐπιπτύσσω fold up pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπτύξαι — ἐπιπτύσσω fold up aor inf act ἐπιπτύξαῑ , ἐπιπτύσσω fold up aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπτύσσοντα — ἐπιπτύσσω fold up pres part act neut nom/voc/acc pl ἐπιπτύσσω fold up pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπτύσσουσιν — ἐπιπτύσσω fold up pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπιπτύσσω fold up pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπτυσσομένη — ἐπιπτύσσω fold up pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπτυσσόμενα — ἐπιπτύσσω fold up pres part mp neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπτυχθεῖσα — ἐπιπτύσσω fold up aor part pass fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπτυχθῆναι — ἐπιπτύσσω fold up aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπτύσσεσθαι — ἐπιπτύσσω fold up pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπτύσσεται — ἐπιπτύσσω fold up pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.